διαλαλία

διαλᾰλ-ία, ,
A verbal order, Lyd. Mag.3.67.
II = Lat. interlocutio, Just.Nov.126.1, Cod.Just.4.20.16, PLond.5.1674.45 (vi A. D.).
III language, Αἰγυπτιακὴ δ. ib. 1.77.69 (vi A.D.), POxy.1836 (vi A.D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλαλία — διαλαλίᾱ , διαλαλία verbal order fem nom/voc/acc dual διαλαλίᾱ , διαλαλία verbal order fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλαλιά — η (AM διαλαλία) 1. διακήρυξη, διάγγελμα 2. διάδοση, φήμη νεοελλ. παράγγελμα, σύνθημα αρχ. μσν. προφορική εξέταση μάρτυρα αρχ. απόφαση …   Dictionary of Greek

  • διαλαλίαν — διαλαλίᾱν , διαλαλία verbal order fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.